Ενας μικρός Αλβανός, πάει γιά πρώτη μέρα στο Ελληνικό σχολείο.
– Πώς σε λένε; τον ρωτάει η δασκάλα.
– Αλτίμ κυρία.
– Εδώ που ήρθες, του λέει η δασκάλα, είναι η Ελλάδα!
Η καινούργια σου πατρίδα! Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε πια, θα γίνεις και εσύ Έλληνας και έτσι πρέπει να νιώθεις, ούτε να λες ότι ονομάζεσαι Αλτίμ.
Αλέκος θα λες ότι ονομάζεσαι, εντάξει; θα σε βαφτίσουμε εδώ στην αίθουσα σε Αλέκο!
Πράγματι, η δασκάλα μαζί με τα άλλα παιδιά, κάνουν μια εικονική «βάφτιση» στον Αλέκο!
– Για πες μας τώρα, ποιός είσαι;
– Είμαι Έλληνας, με λένε Αλέκο και δεν έχω να φοβηθώ τίποτε!
– Μπράβο Αλέκο, έτσι!
Φεύγει μετά το σχολείο λοιπόν και πάει στο σπίτι…
Το βράδυ, όταν τρώγανε το βραδινό τους φαγητό, λέει ο πατέρας του.
– Αλτίμ, δώσε μου το ψωμί.
Ο…Αλέκος δέν δίνει σημασία.
– Ρε Αλτίμ, δώσε μου το ψωμί!
Αδιάφορος ο…Αλέκος!
Την ψωνίζει ο πατέρας του!
– Καλά ρε, κουφάθηκες; του φωνάζει, δεν ακούς που σου μιλάω;
– Δεν με λένε Αλτίμ!
– Τι λες παιδί μου; Χάζεψες;
– Βαφτίστηκα Χριστιανός Ορθόδοξος και τώρα είμαι Έλληνας και με λένε Αλέκο! Απαντάει ο μικρός.
Οι γονείς του τα πέρνουν στο κρανίο και οι δυό τους! Τον αρπάζουν και τον πλακώνουν στο ξύλο!
- Κωλόπαιδο, λέει ο πατέρας του ενώ τον χτυπάει, πρόδοσες την πατρίδα σου και την θρησκεία μας!
- Φίδι πού μεγάλωσα στα σπλάχνα μου, λέει η μάνα του και τον χτυπάει και αυτή!
- Αφού του ρίξανε το ξύλο της…αρκούδας, τον στείλανε νηστικό για ύπνο!
Την άλλη μέρα, τον βλέπει η δασκάλα με μαυρισμένο μάτι, σχισμένα χείλη και σημάδια από χτυπήματα στο πρόσωπό του και τον ρωτάει:
– Τι έπαθες, Αλέκο μου; Ποιός σε χτύπησε τόσο άσχημα;
– Πού να σας τα λέω κυρία, απαντά σχεδόν κλαίγοντας, χθές το βράδυ μου την έπεσαν δυο Αλβανοί και με μαυρίσανε στο ξύλο!

